Οι άνθρωποι με χρόνοι πόνο ξεπερνάνε το 1.5 δισ. παγκοσμίως. Είναι πολύ περισσότεροι από ό,τι όλοι μαζί οι πάσχοντες από διαβήτη, καρκίνο & καρδιακά νοσήματα!
Αν και οι περισσότερες μελέτες δείχνουν ότι η άσκηση επιδρά αποτελεσματικά στην μείωση του χρόνιου πόνου, κι αυτό θα πρέπει να την καθιστά προτεινόμενο συνταγογραφούμενο φάρμακο για την αντιμετώπιση του, η πιθανότητα εφαρμογής στην πράξη ενός προγράμματος άσκησης που θα επιδεινώσει τον πόνο, είναι υπαρκτή.
Κι αυτό σε μια πληθυσμιακή ομάδα που ζει με μόνιμο σχεδόν πόνο και που συχνά συνοδεύεται από συμπεριφορές αποφυγής της κίνησης ή κινησιοφοβία, είναι ολέθριο να συμβεί! 
Δυστυχώς όμως, προς το παρόν, δεν υπάρχει η γνώση που να ορίζει την ακριβή δοσολογία της άσκησης για την αντιμετώπιση του χρόνιου πόνου. 
Συγκεντρώνοντας όμως, κι εφαρμόζοντας τα παρακάτω ερευνητικά δεδομένα υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να συμβάλουμε στην ανακούφιση από τον πόνο και στη βελτίωση της ποιότητα ζωής αυτών των ανθρώπων.
Συγκεκριμένα:
– Η χαμηλής – μέτριας έντασης άσκηση (50-60% της μέγιστης καρδιακής συχνότητας) επιδρά θετικά στη μείωση του πόνου.
– Οι μορφές άσκησης που έχουν μέχρι στιγμής εξεταστεί και αποδεδειγμένα μειώνουν τον χρόνιο πόνο είναι το τρέξιμο, το περπάτημα, η άσκηση με αντιστάσεις, η άσκηση στο νερό, το Pilates, η yoga και το Tai Chi.
– Έχει διαπιστωθεί μια ισχυρή δόση απόκρισης των ισομετρικών ασκήσεων στην οξεία αντίληψη του πόνου.
– Οι σπασμωδικές μη περιοδικές επαφές με την άσκηση δεν επιδρούν θετικά στη μείωση του πόνου ενώ η συστηματική χρόνια άσκηση βελτιώνει σημαντικά το χρόνιο πόνο. Αν λοιπόν συνεχώς ξεκινάς και μετά από λίγο τα παρατάς, μείωση του πόνου δε θα βιώσεις. Θέλει συνέπεια η άσκηση.
-Όσο αυξάνονται οι εβδομαδιαίες προπονήσεις, αυξάνεται η αναλγητική επίδραση της άσκησης. Δηλαδή, όσο πιο συχνά συναντάς τον προπονητή σου τόσο λιγότερο θα πονάς.
-Όσο αυξάνεται η διάρκεια της κάθε προπόνησης μειώνεται η αναλγητική επίδραση της άσκησης! Ιδανικά  προτείνεται η άσκηση να κυμαίνεται στα 30 min/day. Ουκ εν το πολλώ το ευ, λοιπόν. 
Κι όλα αυτά τα εφαρμόζουμε έχοντας ΠΑΝΤΑ υπόψιν μας ότι κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και γι’ αυτό επιβάλλεται να είναι και μοναδική η προπονητική του αντιμετώπιση.